Ποιήματα
-
Της τρέλας ο χορός
Το δωμάτιο της τρέλας ήταν λευκό,
με την απόγνωση στο προσκεφάλι.
Η συντροφιά χρειάστηκε έναν ανίκανο γιατρό και ορούς με αποστειρωμένη ζάλη.Οι νοσοκόμες χόρευαν με γέρους ασθενείς
και ο ιππότης είχε ξαπλώσει στην αίθουσα αναμονής.
Δεν είχαν έρθει οι ανεμόμυλοι και έτσι ένιωθε μόνος.
Ξεπεσμένης αρχοντιάς ο τελευταίος γόνος.Ο συγγραφέας στην απεξάρτηση δεν έβρισκε χαρακτήρες.
Κανείς δεν άντεχε να συγκρατεί του νου του τις πλημμύρες.Ο ήρωας γυμνός λουζόταν φως με την λάμπα της σελήνης.
Φώναζε διαρκώς! «Μαμά σε παρακαλώ μην με αφήνεις!»Η πριγκίπισσα τσιγάρο προσέφερε στην θλίψη.
Την κουρτίνα παρακάλεσε λίγο να ανοίξει.
Μάλωσαν και νύχια έβγαλαν η μια στην άλλη. Κοιτάχτηκαν βριστήκανε και άρχισε η πάλη.Η πριγκίπισσα είναι σε κώμα κι ο ιππότης παίρνει χάπια, οι φάκελοι τους πέσανε σε κάτι ράφια σάπια.
Τουλάχιστον ο συγγραφέας θα λάβει εξιτήριο.
Έκλεισε διακοπές στο διπλανό το κοιμητήριο… -
Άμμος
Άμμος ότι πιάνει , άμμος ότι ζει.
Μόνος μεγαλώνει , μόνος προσπαθεί
την άμμο να συλλέξει σε κλεψύδρα μαγική.Ανθρώπου απώλεια κι ανθρώπου παρουσία
συμφόρηση στο στόμιο που ρέει αθανασία.Τζιτζίκια καλοκαίρι , ένα κρυφό νησί ,
Το λειψό ψάχνει το όλο και το εγώ το εσύΑμυγδαλιές άνοιξη , άνθος στα μαλλιά ,
Τα χείλη ψάχνουν το φιλί κι η μοναξιά το ταίριΓια το χειμώνα δεν μιλάς , για τον χειμώνα ζεις
Και στον χειμώνα βρίσκεις μέρος να κρυφτείς. -
Γκρι
Είμαστε όλοι ντυμένοι γκρι με πλαστικό κεφάλι,
Χωράει σε συσκευασία οικονομική της εποχής την ζάλη.
Κι αν γίνουμε χρωματιστοί μας βάφουν με ένα χρώμα,
Και στο στόμα μας τοποθετούν πολλαπλής χρήσεως πώμα.Όταν διψάσει ο αρχηγός το πώμα ανοίγει,
και ο πλούτος εσωτερικός στο στομάχι καταλήγει.
Πρόσεξε μην προκαλέσεις δυσπεψία,
άμοιρε θα κατηγορηθείς για αχαριστία. -
Ρίζες
Έγειρες σαν δέντρο, έγειραν κι σκέψεις να νιώσουνε τη γη
βαθιά της να τρυπώσουν, βαθιά της να κρυφτούν.
Άλλες να γίνουν ένα με τα σωθικά και άλλες ρίζες να απλώσουν σε χώματα ιερά.Ήρθες και τις πότισες εσύ.
Εσύ που φέρνεις το νερό,
δακρύων απόσταγμα πικρό, κλεμμένου έρωτα κομμάτι.
Όχι μην τις ποτίζεις, άσε καλύτερα να ξεραθούν,
όλοι φοβούνται αυτό που δεν μπορούν να δουν.Δεν αλλάζει με ρίζες φτωχικές αυτός ο τόπος ο ξερός
δεν αρκούν λίγες σταγόνες για να δροσίσει ο ουρανός.
Κουράστηκα και ολοένα κρύβομαι και πιο βαθιά,
στης μάνας γης την ανακούφιση, σε θάλασσα βαθιά.Ποια νιότη λησμόνησε ο ήλιος να φωτίσει;
Ποιες σκιές καραδοκούν σε αυτή την λάθος φύση;Καιρός τα μάτια να ανοίξεις,
καιρός η ψυχή να λύσει τα δεσμά και τα θεριά να λύσει,
καιρός του χρόνου να σπάσουμε τους δείκτες,
καιρός το φως να θρέψει της αλλαγής τις ρίζες. -
Κύκλος
Κουρασμένη μου ανάσα γίνε πάγος, να μπορέσω να σκαλίσω κομμάτια της ψυχής.
Κι όταν λιώσει τραγικό γλυπτό ρυάκι να κυλήσει στους κύκλους με τα ίδια κέντρα που όλα ξεκινάνε και όλα σταματάνε μέχρι να κλείσει...
Ο πιο γεμάτος λαμπερός στο επέκεινα χορός της ζωής και του θανάτου.
Φύση.
-
Ευχές για χωρισμούς
Άσε με να σε χάσω με αξιοπρέπεια
Ίσως τότε να μην τρελαθώ για πάντα
Άσε με να φύγω τώρα που μπορώ
Αλλιώς θα μείνω άγαλμα στου χωρισμού την ώραΆσε με να σε χάσω πριν ξημερώσει
Ίσως η νύχτα να καλύψει τα ίχνη μας
Άσε με να κρατήσω λίγη καρδιάΑλλιώς θα με έχεις μέσα σου για πάντα.
-
Το φθινόπωρο
Πατέρα τα φύλλα δεν έπεσαν και το φθινόπωρο δεν ήρθε…
Με κοιτάει η άγνοια των ανθρώπων κατάματα και πονάω.
Λέξεις δεν αρθρώνει η ψυχή, γιομάτη ενοχές υποχωρεί.
Το χέρι αμήχανα καλύπτει τα χείλη κι ύστερα σιωπή.Πατέρα την είδα πάλι χθες και κοίταγε τον ουρανό, ήτανε βράδυ,
Το ορκίζομαι! Κένταγε αστέρια και κέρναγε με φως την πλάσηΔεν πονάω πια τόσο πολύ, έχω τουλάχιστον μια εικόνα φυλαγμένη
Εκείνη και τα αστέρια να κυλάνε, να κυλάνε και να αφήνουν ίχνη στην καρδιά μου.Πατέρα ήρθε ο χειμώνας και μας βρήκε κοιμισμένους.
Πες μου πέρασε των ανθρώπων η εποχή? Στέρεψαν όλα τα τραγούδια, κλείδωσαν οι φύλακες τους κήπους , έφυγε και εκείνη… -
Χαρούμενο τέλος
Άνοιξα την πόρτα την από καιρό ασφαλισμένη.
Ιστοί, σκόνη και μια καρέκλα στην μέση πεσμένη.
Είναι το μέρος που πηγαίνεις μόνος και δε γυρνας ποτέ
Αν ξεχαστείς και στις σκιές την πλάτη σου γυρίσεις.Μη γυρνάς την πλάτη στις σκιές, την πόρτα κλείσε,
Δεν υπάρχει τίποτα εδώ το νου σου άδειασε και σβήσε,
Κλάψε αδελφέ γοερά και περήφανα τον πόνο να ξεπλύνεις,
Θα σου φυλάξω μερικά και εγώ μήπως και ξεμείνεις.Να ήταν η ζωή σαν τα παραμύθια όπου τα τέρατα
δεν θα φοράγαν μάσκες και τα φαντάσματα θα έλιωναν
με το πρώτο φώς της μέρας. Ίσως τότε να παλεύαμε με εχθρούς στα φανερά για ένα ευτυχισμένο τέλος…